Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

ΟΧΙ στις καταδίκες αγωνιστών, ΝΑ πάρουν όλοι θέση

 ανακοίνωση του Κινήματος στην Πόλη για την στάση κυβέρνησης και κράτους απέναντι στους αγωνιστές
Τελείωσε στις 28 Ιουλίου η δίκη παρωδία των 7 από τους συλληφθέντες της συγκέντρωσης ενάντια του τρίτου και αριστερού μνημονίου στις 15 Ιούλη. Παρά το διάτρητο κατηγορητήριο και τις συνεχής αντιφάσεις των αστυνομικών/μαρτύρων κατηγορίας, μόνο οι 4 από τους 7 κατηγορούμενους αθωώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι 3 καταδικάστηκαν με πρωτοφανή σκληρότητα, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών για κανέναν από τους τρεις και με τη μέγιστη δυνατή περίοδο αναστολής, τα τρία χρόνια. Η διαδικασία των εφέσεων έχει ήδη ξεκινήσει.

Η σκληρότητα της έδρας εξαντλήθηκε στις ποινές των 3 αγωνιστών που καταδικάστηκαν. Ο μετανάστης και εργαζόμενος Ν.Λ., τιμωρήθηκε με τη μεγαλύτερη ποινή, προς παραδειγματισμό προφανώς από την «αριστερή» κυβέρνηση σε όλους εκείνους τους μετανάστες που τολμούν να οργανώνονται και να διαδηλώνουν. Πρόκειται για μια κατάφωρα άδικη καταδίκη με τεράστιες συνέπειες στην προσωπική ζωή του συγκεκριμένου συναγωνιστή. Ο Ν.Λ. προσήλθε στην διαδήλωση με το ποδήλατό του χωρίς να έχει καμία σχέση με οργανωμένες πολιτικές ή συνδικαλιστικές δυνάμεις. Όπως δήλωσε ο ίδιος, ήταν η δεύτερη φορά που συμμετείχε σε διαδήλωση στην ζωή του. Μεγαλωμένος στην Ελλάδα, κινδυνεύει με απέλαση σε μια χώρα ξένη πια για εκείνον, αφήνοντας πίσω του τους δικούς του ανθρώπους και την ζωή του. Ο εργαζόμενος και μέλος της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και του Κινήματος στην Πόλη του Ζωγράφου, σ. Μιχάλης Γκουντούμας, επίσης καταδικάστηκε, προς παραδειγματισμό και τιμωρία εκείνης της αριστεράς που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή απέναντι στα μνημόνια, ανεξαρτήτου προέλευσης. Ο εισαγγελέας και η έδρα προκλητικά έκριναν λογικές και φυσιολογικές τις προφανείς αντιφάσεις των μαρτύρων κατηγορίας, παρότι αναγνώρισαν ότι υπάρχουν καθώς αναδείχθηκαν με τον πλέον εύλογο και ορθολογικό τρόπο από την υπεράσπιση του σ. Μιχάλη. Μάλιστα, η έδρα υιοθέτησε την κατηγορία περί εξύβρισης την οποία η εισαγγελία είχε απορρίψει. Τέλος, ο τρίτος εκ των καταδικασθέντων, Γ.Κ., τιμωρήθηκε βαριά για μια κατηγορία η οποία κρίθηκε βάσιμη με το απαράδεκτο σκεπτικό ότι δεν ήταν δυνατόν να την εφεύρει ο μάρτυρας κατηγορίας (!).

Από την αρχή της διαδικασίας διαφαίνονταν οι διαθέσεις της έδρας. Για πρώτη φορά σε δίκες τέτοιου είδους δεν έγινε αποδεκτό το αίτημα αναβολής για την καλύτερη προετοιμασία της υπεράσπισης, ενώ μάλιστα η δικογραφία είχε φτάσει στα χέρια των συνηγόρων υπεράσπισης μόλις το απόγευμα της προηγουμένης ημέρας της έναρξης της δίκης. Η έδρα προφύλασσε και υποστήριζε με κάθε τρόπο τους μάρτυρες κατηγορίας, καθώς έπεφταν σε αντιφάσεις, ενώ από όλους τους μάρτυρες και τους κατηγορούμενους καταγγέλθηκαν οι ξυλοδαρμοί, η βία, η εξύβριση και τα βασανιστήρια. Ο εισαγγελέας μάλιστα αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί τους αστυνομικούς υποστηρίζοντας πως και αυτοί εργάζονται σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον καλώντας βέβαια τους κατηγορούμενους να υπερασπιστούν ένδικα τα δικαιώματά τους. Οι καταγγελίες των δικηγόρων υπεράσπισης έπεσαν στο κενό, ενώ από την άλλη δεν ήταν λίγες οι φορές που τα «φιλικά πηγαδάκια» εισαγγελέα και μαρτύρων κατηγορίας έγιναν αντιληπτά από τους αλληλέγγυους, την ίδια στιγμή που οι καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης δεν ελήφθησαν υπόψη, όπως επίσης και τα 83 ψηφίσματα αλληλεγγύης από σωματεία, κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις από όλον τον κόσμο καθώς και οι 2700 υπογραφές και προσωπικές δηλώσεις αλληλεγγύης.

Καθόλη την διαδικασία της δίκης οι αστυνομικοί φέρονταν απειλητικά και ειρωνικά στους αλληλέγγυους, ενώ με την ολοκλήρωση της διαδικασίας πανηγύριζαν προκλητικά. Τεράστια είναι η αίσθηση της παραβίασης κάθε αρχής δικαίου από τα θεσμικά όργανα της πρώτη φορά αριστεράς. Μεγάλη είναι η οργή σε κάθε αγωνιστή και αγωνίστρια που παρακολούθησε την δίκη.

Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι εάν η δικαιοσύνη και η αστυνομία κινούνται αυτόνομα ή κατ’ εντολή. Σε κάθε περίπτωση η εντολή της διάλυσης της συγκέντρωσης ενάντια στο νέο μνημόνιο ήταν σαφώς κυβερνητική. Όμως η διάλυση μιας νόμιμης συγκέντρωσης χρειάζεται πάντοτε και μια δικαιολογία. Αυτή η δικαιολογία προκύπτει μετέπειτα από τις συλλήψεις. Έτσι η κυβέρνηση και η αστυνομία παρουσιάζουν τους συλληφθέντες ως αυταπόδεικτο στοιχείο του νομίμου της επέμβασης των κατασταλτικών δυνάμεων. Στη συνέχεια στο δικαστήριο εμφανίζονται οι αστυνομικοί ως μάρτυρες κατηγορίας για να εξηγήσουν τα συμβάντα. Εάν αποδειχθεί ότι ψεύδονται τότε αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο ΕΔΕ και, οπότε, η έδρα και η εισαγγελία οφείλουν να τους προστατεύουν, αλλιώς η αλυσίδα καταρρέει. Το αποτέλεσμα είναι αθώοι αγωνιστές να καταδικάζονται και να διαλύονται οι ζωές τους.

Οι ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ προκύπτουν και από τα λόγια του ίδιου του πρωθυποργού Αλέξη Τσίπρα στον ραδιοσταθμό Κόκκινο: "Δεν θα αμφισβητίσω ότι υπήρξαν ξυλοδαρμοί από την αστυνομία αλλά υπάρχει μία κυβέρνηση που έχει την πολιτική βούληση να τιμωρεί τέτοιες συμπεριφορές. Ας δούμε όμως και την άλλη πλευρά [ποιά άραγε, αναρρωτιόμαστε εμείς;]: Τί θα πρέπει να κάνει η αστυνομία όταν πέφτουν βόμβες μέσα στο κόσμο;" Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι τυχαίος. Ο ίδιος έχει προέλθει μέσα από το αριστερό φοιτητικό κίνημα και έχει συμμετάσχει πολλές φορές σε διαδηλώσεις. Γνωρίζει πολύ καλά και αυτή η γνώση τον καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνο για τα συμφέροντα του μαχόμενου λαού. Ο ίδιος που υπερασπιζόταν μέχρι χθες τις δημοκρατικές ελευθερίες τώρα τις καταπατά στο όνομα του νόμου, της τάξης και της ασφάλειας που πρέπει να συνοδεύει την ψήφιση των δικών του μνημονίων.

Η αντιδραστική μνημονιακή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ξεχωρίζει ούτε κατ ελάχιστο από τις προηγούμενες μνημονιακές πολιτικές. Αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να εφαρμόσει νέα μέτρα καταστροφής των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων και να ολοκληρώσει την πραξικοπηματική διαστροφή του μαζικού ταξικού ΟΧΙ, χωρίς να καταφύγει στην κρατική-αστυνομική βία και καταστολή. Η κυβέρνηση φέρει πλήρη την πολιτική ευθύνη, όχι μόνο των συλλήψεων, των ξυλοδαρμών και των βασανισμών και των 7 συλληφθέντων, αλλά και της καταδίκης των 3 αγωνιστών. Η πολιτική ηγεσία Πανούση και το δόγμα «βαράτε στο ψαχνό» και «συλλήψεις στο σωρό» δεν είναι αποκλειστικότητα των προηγούμενων μόνο κυβερνήσεων. Η αστυνομία του Δένδια, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την αστυνομία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ένας κατηγορούμενος στην απολογία του «μας χτυπούσαν και σχολίαζαν μεταξύ τους, ότι τόσο καλά έχουμε να περάσουμε από το 2012». Το κράτος έχει συνέχεια, η κρατική καταστολή έχει συνέχεια.

Θα πρέπει όμως να σταθούμε και σε ένα άλλο σημείο. Οι πολιτικές ευθύνες διαπερνούν όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά και κάθε οργάνωση και μέλος του ΣΥΡΙΖΑ, που αρνήθηκαν να σταθούν αλληλέγγυοι και να καταγγείλουν το κόμμα τους. Η αλληλεγγύη αλά καρτ δεν έχει θέση ούτε στην δική μας αριστερά, ούτε στον κόσμο που θέλουμε να φτιάξουμε. Και αναρρωτιόμαστε. Τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που σήμερα μας καλούν σε κοινό μέτωπο για το ΟΧΙ μέχρι τέλους γιατί δεν καταδικάζουν αυτά τα φαινόμενα; Είναι δυνατόν να στηρίζουν την κυβέρνηση της βίας και της καταστολής και ταυτόχρονα να είναι και ενάντια στα μνημόνια και μαζί με τα θύματα της μνημονιακής πολιτικής της δικής τους κυβέρνησης; Η ανατροπή της αντιδραστικής μνημονιακής κυβέρνησης και της πολιτικής της θα προκύψει από τα κάτω και τα αριστερά. Τέλος πια στις αυταπάτες και τις κοροϊδίες. Ο λαός του ΟΧΙ είναι πολύ πιο μπροστά από την αντιλαϊκή-αντεργατική κυβέρνηση του ΝΑΙ. Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι αδύνατη μια οποιαδήποτε ταξική ανακωχή. Ας διαλέξουμε όλοι στρατόπεδο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

δε θα δημοσιεύονται σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο